Κυριακή 22 Απριλίου 2012

ΙΜΡΕ ΚΕΡΤΕΣ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΙΧΩΣ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

(Μετ. Γιώτα Λαγουδάκου, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
Ο Ίμρε Κέρτες και το μυθιστόρημα
Ούγγρος εβραϊκής καταγωγής, ο Ίμρε Κέρτες γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1929 και βραβεύτηκε με νόμπελ λογοτεχνίας το 2002. Η πολυσπερμία τής χώρας όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια και η εβραϊκή του καταγωγή προκάλεσαν σύντομα κρίση ταυτότητας, που επηρέασε βαθιά το έργο του. Εξάλλου η επί ένα χρόνο φυλάκισή του σε γερμανικά  στρατόπεδα συγκέντρωσης επέτεινε αυτή την κρίση, που μεταμορφώθηκε σε ισχυρό σύμπλεγμα ανθρωπολογικής και ανθρωπιστικής φύσης. Τα μυθιστορήματά του, και προπάντων Το Μυθιστόρημα ενός Ανθρώπου δίχως Πεπρωμένο, το πρώτο που έγραψε, διαπνέονται έντονα από τον προβληματισμό τού Εβραίου, που έζησε τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η παιδική του ηλικία στην περίοδο αυτή, χάρη και στην παρατηρητικότητα και την ευαισθησία του, κατέγραψε την πραγματικότητα των στρατοπέδων με αφοπλιστική αφέλεια, ειλικρίνεια και ενμέρει χιούμορ.
Ο Κέρτες αφηγείται σε χαμηλό τόνο και χωρίς κραυγές τη βαρβαρότητα που έζησε. Η ποιητική του διάθεση βρίσκεται ακόμα συγκρατημένη και απορρέει αβίαστα μόνο από τις λιτές περιγραφές της φύσης ή τις ιδιόμορφες και επίμονες πολλές φορές διεργασίες που συμβαίνουν στην παιδική του ψυχή. Αργότερα, π.χ. στο Εγώ Ένας Άλλος, η ποίησή του στην αφήγηση γίνεται έντονη και εξαιρετικά πρωτότυπη, σχεδόν δεν εγκαταλείπει ποτέ το κείμενό του. Η εξήγηση είναι ευνόητη, τουλάχιστον όσο αφορά το πρώτο μυθιστόρημα.
Μυθιστορήματα εμπνευσμένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έγραψαν πολλοί, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Πρίμο Λέβι και φυσικά ο Κέρτες. Ο Σεμπρούν ανάγει το μυθιστόρημά του σε επίπεδο διανοητικής θεώρησης των γεγονότων, χρησιμοποιώντας μια ιδιότυπη αφηγηματική τεχνική. Ο Πρίμο Λέβι αρκείται στη κλασική αφηγηματική μέθοδο. Ο Κέρτες διαμορφώνει μια τεχνική, όπου πρωταγωνιστεί η λεπτομέρεια και η έμμεση ψυχολογική διείσδυση στα πρόσωπα, επιστρατεύοντας (όταν χρειάζεται) και την ποιητική έκφραση. Ο λόγος του είναι ο νηφάλιος λόγος ενός ευαίσθητου αφηγητή, που αγωνίζεται με πάθος να ανακαλύψει την αλήθεια του κόσμου και του ανθρώπου. Δεν επιχειρεί καταβάσεις επικίνδυνες στην ανθρώπινη ψυχή. Ενατενίζεται όμως το όραμα της ζωής έκπληκτος, άγρυπνος και σαστισμένος.
Η γοητεία τής λεπτομέρειας
Ένας δεκαπεντάχρονος Εβραίος συλλαμβάνεται αιφνιδιαστικά μαζί με άλλα παιδιά σε λεωφορείο της Βουδαπέστης και στέλνεται από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο του Άουσβιτς και του Μπούχενβαλντ. Μένει ένα χρόνο, μέχρι την Απελευθέρωση, και επιστρέφει έπειτα από πολλές δυσκολίες, ψυχολογικά αλλαγμένος πια. Αυτή η υπόθεση, κοινή σε γενικές γραμμές στη μεταπολεμική λογοτεχνία, με τη γραφή τού Κέρτες αποκτά πρωτοτυπία, παραμερίζοντας τα άλλα έργα.
Το Μυθιστόρημα ενός Ανθρώπου δίχως Πεπρωμένο γράφτηκε σε διάστημα δέκα ετών. Ο Κέρτες δεν έβρισκε εκδότη. Όταν το 1975 εκδόθηκε πρώτη φορά στην Ουγγαρία, το αναγνωστικό κοινό έμεινε παντελώς αδιάφορο. Γνωστό έγινε με ενθουσιασμό μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, στη Γερμανία και στον υπόλοιπο κόσμο.
Ίσως αρχικά δεν κατόρθωσε να ελκύσει την προσοχή του αναγνωστικού κοινού, επειδή από την άποψη της διεκτραγώδησης της  ζωής των στρατοπέδων το έργο αυτό υπολειπόταν έναντι των άλλων συγγραφέων. Ακόμα και η ιδιότυπη οπτική γωνία τού αφηγητή δεν έσωσε το μυθιστόρημα. Πιστεύω ότι το μυστικό (και η ιδιαιτερότητα) του μυθιστορήματος του Κέρτες βρίσκεται στην τεχνική της λεπτομέρειας. Τα γεγονότα των στρατοπέδων περιγράφονται, αφού περάσουν μέσα από την αθώα παιδική ψυχή, που ατενίζει κατάπληκτη μια κατάσταση πρωτόγνωρη, που γεννά αλλεπάλληλα ερωτηματικά. Έτσι, η αφήγηση προσφέρει λεπτομέρειες κυρίως για δευτερεύοντα πράγματα και γεγονότα, χωρίς βέβαια να παραλείπεται, έστω με απλή νύξη, η υποδήλωση βάρβαρων σκηνών. Η κακοπάθεια και ο θάνατος καραδοκούν αδιάλειπτα, η πείνα, η κούραση, η αρρώστια, ο πόνος σε όλες τις μορφές του, είναι μόνιμες καταστάσεις.
Η λεπτομέρεια, λοιπόν,  δεν είναι ούτε περιττή ούτε διακοσμητική σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Τεχνίτης τής ρεαλιστικής λεπτομέρειας ο Κέρτες, την εμψυχώνει πάντα με ψυχολογικά στοιχεία και υποδηλώσεις. Πολλές φορές οι λεπτομέρειες στις περιγραφές αποπνέουν συναισθηματικό αισθησιασμό, προπάντων όταν αφορούν πρόσωπα. Αλλά και γενικότερα οι λεπτομέρειες εκλύουν συναισθήματα. Πάντοτε όμως μέσα από το πρίσμα της παιδικής ψυχής, που ζει πρώτη φορά τέτοιες εμπειρίες και μάλιστα με ακατάπαυστο ρυθμό.
 Η αφήγηση ξαφνιάζει πολύ συχνά με τις μικρές , απροσδόκητες φράσεις- αποκαλύψεις, που ελευθερώνουν ελατήρια δράσης και συναισθήματα συγκεχυμένα. Διαφορετικά, θα έμεναν στο ημίφως, κάποτε ως αυτονόητα, αλλά χωρίς να χρωματίζουν τη συμπεριφορά των προσώπων.
Ο χρόνος μοιάζει τελματωμένος. «Κι ωστόσο, (σημειώνει ο αφηγητής), το βασικό πρόβλημα ήταν κατά βάθος και εδώ, ακριβώς όπως και στο τελωνείο, στο κεραμοποιείο, στο τρένο: η μεγάλη διάρκεια της μέρας. Ξεκινούσε πολύ πρωί, λίγο μετά την ανατολή του ήλιου. Έμαθα τότε πόσο κρύα είναι τα πρωινά στο Άουσβιτς». Αυτός ο χρόνος γεμίζει καταναγκαστικά την ψυχή με τον καθημερινό εφιάλτη μιας πραγματικότητας, που αντικατοπτρίζει τον παραλογισμό της ανθρώπινης κακότητας.

Το καλό και το κακό, η ευτυχία και η δυστυχία
Ο συγγραφέας αποφεύγει την κοινοτοπία δίνοντας όλο το βάρος της αφήγησης στην αφέλεια και την έλλειψη πείρας ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού. Παρακάμπτει έτσι τις επαναλήψεις των κακοπαθειών και της φρίκης που έζησαν οι κρατούμενοι (θέματα ήδη συσσωρευμένα σε παρόμοια μυθιστορήματα). Ο νεαρός ζει την κάθε στιγμή, περιμένοντας αορίστως κάτι να συμβεί. Ακούει ή οσμίζεται το θάνατο. Πεινάει και διψάει, κακοποιείται, τραυματίζεται, αρρωσταίνει, χαίρεται όμως την πρωινή σούπα και το ψωμί, τον ήλιο που ανατέλλει, τη φιλία με λίγα πρόσωπα που του συμπαραστέκονται. Μέσα στην αφόρητη δυστυχία ανακαλύπτει μερικές φορές και την ευτυχία σαν μικρές ανάπαυλες από τη δυστυχία. «Του είπα ότι αυτά τα πράγματα ήταν φυσικά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης», λέει απευθυνόμενος σε κάποιον δημοσιογράφο, μετά την απελευθέρωσή του από το Μπούχενβαλντ και την άφξη του στην πατρίδα. Δεν επιζητεί να μειώσει τη σημασία της φρίκης των στρατοπέδων. Αντίθετα, θέλει να τονίσει ότι οι γενικότητες των σχετικών περιγραφών μειώνουν αυτή τη φρίκη, που μόνο όσοι τη βίωσαν μπορούν να την καταλάβουν και να την εκτιμήσουν σωστά.
Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατά την άποψη του αφηγητή, το κακό είναι οργανωμένο κατά τρόπο τέλειο, δηλαδή όπως απαιτεί η αναγκαιότητά τους. Μέσα όμως σ’ αυτό το στρόβιλο που σε παρασύρει «το κυριότερο είναι να μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου: με κάποιον τρόπο κάτι θα γίνει, γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ να μη γίνεται με κάποιον τρόπο κάτι», σημειώνει με απίστευτη, για την ηλικία του, στωικότητα.
«Δεν υπάρχει παραλογισμός που δεν θα τον ζούσε κανείς με εντελώς φυσικό τρόπο και στο δρόμο μου, το ξέρω ήδη, καραδοκεί σαν αναπόφευκτη παγίδα η ευτυχία μου. Γιατί ακόμα κι εκεί, στις καπνοδόχους [των κρεματορίων

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Αλμπέρ Καμύ, "Η Πανούκλα"

Ο Καμύ
Ο Καμύ υπήρξε μια από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες των Γραμμάτων στη Γαλλία. Δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας, διακρίθηκε σε όλους τους τομείς, προσφέροντας με το έργο του πρωτότυπες απόψεις για τη ζωή και τον άνθρωπο. Συνέβαλε έτσι σε νέους προσανατολισμούς τού σύγχρονου κόσμου.
Ο Καμύ γεννήθηκε το 1913 στο Μοντοβί τής Αλγερίας και πέθανε στη Γαλλία το 1960 μετά από αυτοκινητικό δυστύχημα. Σπούδασε φιλοσοφία και εργάστηκε στην αρχή ως δημοσιογράφος και ηθοποιός σε διάφορους θιάσους στο Οράν. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και γρήγορα εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία, για να σχοληθεί αποκλειστικά με τη λογοτεχνία. Το πρώτο από τα σημαντικότερα και γνωστότερα έργα του  είναι  Ο Ξένος (1942), αφήγηση με βαθύ φιλοσοφικό προβληματισμό. [Ακολούθησαν Ο μύθος του Σισύφου (1942), φιλοσοφικό δοκίμιο,  Καλλιγούλας  και Η Παρεξήγηση (1944), θεατρικά έργα, Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό (1945), Η Πανούκλα (1947), Το Καλοκαίρι (1954), Η Πτώση (1956), Η Εξορία και  το Βασίλειο (1957) και άλλα πολλά. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα Σημειωματάριά του, πολύτιμο έργο με σκόρπιες σκέψεις και αποσπάσματα κατοπινών έργων του, χρήσιμο για τους μελετητές του, αλλά και για τον κοινό αναγνώστη.]69 Η Πανούκλα κυκλοφόρησε το 1947. Δέκα χρόνια μετά ο Καμύ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ
Η Πανούκλα και η δομή της
Η Πανούκλα αποτελεί έργο της ωριμότητας του Καμύ και συνοψίζει τα αποστάγματα της φιλοσοφικής σκέψης του, στην οποία θέλησε να δώσει αφηγηματική μορφή. Χρησιμοποιεί σ’ αυτήν πλήθος συμβόλων, συμπεριφορών προσώπων, ποικιλία προβληματικών κατάστάσεων, συγκρούσεις καθηκόντων κ.ά. Ταυτόχρονα δίνει απαντήσεις σε πολλά προβλήματα του φιλοσοφικού του στοχασμού, κυρίως όσο αφορά την πρακτική πλευρά τής φιλοσοφίας του. Διευρύνει επίσης, συμπληρώνει και διασαφηνίζει πολλές σχετικές έννοιες.
Μια πολύ σύντομη περίληψη, για να μην αναφερόμαστε σε πολύ αφηρημένες και εντελώς άγνωστες καταστάσεις: Η υπόθεση αρχίζει την άνοιξη του 194., στο Οράν και τελειώνει στις αρχές τού επόμενου έτους. Εντελώς αιφνιδιαστικά ξεσπάει στην πόλη επιδημία πανούκλας. Τα κρούσματα ολοένα πολλαπλασιάζονται,  η πόλη μπαίνει σε καραντίνα και αποφασίζεται η αντιμετώπιση της αρρώστιας με κάθε διαθέσιμο μέσο. Ψυχή τού αγώνα εναντίον του θανάτου είναι ο γιατρός Ριέ, ο οποίος συνεπικουρείται από ένα πλήθος προσώπων, φιλικών και άλλων. Ο αποκλεισμός γεννά πολλά προβλήματα και μεταβάλλει τη συμπεριφορά και το χαρακτήρα των ανθρώπων. Η δοκιμασία από την οποία περνούν, ο κίνδυνος που τα απειλεί και η στέρηση των αγαπημένων τους, αναστατώνει την προσωπικότητά τους και τα στρέφει σε εγωιστικές εκδηλώσεις. Με την ανθρωπιστική στάση του γιατρού Ριέ και άλλων γνωστών και φίλων, αναγνωρίζουν το σφάλμα τους,  μεταστρέφονται και βοηθούν στον κοινό αγώνα.
Η αρρώστια αιφνίδια, όπως ενέσκηψε, άρχισε να υποχωρεί και τελικά ύστερα από πολλές δοκιμασίες η πόλη σώζεται. Οι κάτοικοι επιδίδονται σε υλικές απολαύσεις με μεγαλύτερο τώρα πάθος, για να γιορτάσουν τη σωτηρία τους. Ωστόσο ο Ριέ κρατάει ψύχραιμη και επιφυλακτική στάση, γιατί η πανούκλα δεν υποτάσσεται εντελώς ποτέ. Το μικρόβιο διατηρείται σε λανθάνουσα κατάσταση και μπορεί να επανέλθει η επιδημία. Οι άνθρωποι είναι ανάγκη να επαγρυπνούν.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε πέντε μεγάλες ενότητες, που καθεμιά προβάλλει κάποιο καίριο στοιχείο της φιλοσοφίας του συγγραφέα: Στην πρώτη παρουσιάζεται απρόοπτα το κακό, ο θάνατος και η απειλή του. Στη δεύτερη και τρίτη, συνειδητοποιείται το μέγεθος του κακού, παρατηρείται αυτοεγκατάλειψη του λαού και σπασμωδικές αντιδράσεις του, τελικά όμως αποφασίζεται η  οργανωμένη αντιμετώπισή του. Στην τέταρτη, το κακό κορυφώνεται, αλλά μαζί και η αποφασιστικότητα για την καταπολέμησή του. Στο τελευταίο μέρος δικαιώνεται ο αγώνας κατά του κακού, αλλά συνειδητοποιείται η ανάγκη διαρκούς ετοιμότητας για την καταπολέμησή του.
Η Πανούκλα ερμηνεύτηκε με διάφορους τρόπους από τους κριτικούς και τους μελετητές. Η πιο ενδιαφέρουσα και αληθοφανής ερμηνεία είναι ότι το κακό, η πανούκλα, υποδηλώνει τη γερμανική λαίλαπα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Οι θάνατοι από την αρρώστια και οι πολλαπλές κακουχίες, αντιστοιχούν στα εκατομμύρια των θυμάτων του πολέμου, στην πείνα και τα βασανιστήρια από τους Γερμανούς. Η υποχώρηση της αρρώστιας, συμβολίζει την ήττα των Γερμανών και των συμμάχων τους κτλ.
Ανεξάρτητα από την αφορμή του μυθιστορήματος, που ενδεχομένως υπήρξε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, στην Πανούκλα διακρίνεται καθαρά η πύκνωση και η διεύρυνση της φιλοσοφίας τού Καμύ: για το παράλογο της ζωής και του ανθρώπου, για την αντιμετώπιση αυτού του παράλογου και για το περιεχόμενο της κοινής ανθρώπινης ευτυχίας. 

Το παράλογο, η επανάσταση, η ελευθερία
Η ζωή είναι παράλογη, κατά τον Καμύ, γιατί είναι χωρίς νόημα. Η ύπαρξη του κακού και του θανάτου επιτείνουν την αίσθηση του παραλόγου. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι μέρος του παραλόγου, αφού νιώθει, αναγκαστικά, απελπισμένος μέσα σε έναν κόσμο αδιέξοδο, όπου επικρατεί η αδικία και ρυθμίζει τα πάντα ο χρόνος. Ο Καμύ δεν δέχεται την παρηγοριά της θρησκείας, επειδή η λύση που προτείνει αυτή, βρίσκεται πέραν του κόσμου τούτου. Διαφέρει επίσης από τη φιλοσοφία του Καρλ Γιάσπερς και του Κίρκεγκάαρντ, οι οποίοι προσφεύγουν στην επικουρία της θρησκείας. Διαφέρει όμως και από τον υπαρξισμό τού Ζαν-Πωλ Σαρτρ, με τον οποίο έχει επανειλημμένως συσχετιστεί. Και ο Σαρτρ και ο Καμύ προτείνουν την αντιμετώπιση του παραλόγου της ζωής και του κόσμου με την επανάσταση του ανθρώπου. Τότε αποκτά κάποιο νόημα η ζωή και ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί σε ό,τι ονομάζουμε ευτυχία. Η επανάσταση εναντίον του κακού, του θανάτου, του παραλόγου, προσδίδει σημασία στη ζωή και στον κόσμο. Η συνειδητοποίηση του παραλόγου ανακουφίζει τον άνθρωπο και η επαναστατική συμπεριφορά  του απέναντι σ’ αυτό του προσφέρει το μοναδικό τρόπο αντίδρασης για την καταπολέμησή του. Ο Σαρτρ προτείνει την κομμουνιστική επανάσταση ως λύση, ο Καμύ όμως αντιτείνει ότι αυτή προσφέρει  μόνο προσωρινή λύση στην παρούσα κατάσταση, ενώ μεταθέτει την οριστική λύση στο αόριστο μέλλον. Γι’ αυτό αντιπροτείνει την ατομική συνειδητοποίηση του κακού και την ατομική προσπάθεια, που εντάσσεται όμως σε μια συλλογική. Μόνο ατομική ευτυχία ή μόνο συλλογική δεν υπάρχει, με την έννοια που προσδιορίζει ο Καμύ. Η ρήξη ανάμεσα στους δυο άνδρες υπήρξε οριστική. Ο Καμύ, ενταγμένος έως τότε στο κομμουνιστικό κόμμα, αποχώρησε.
Η μοναδική και προσωπική σύλληψη  της φύσης τού ανθρώπου από τη συνείδησή του, η συνειδητοποίηση δηλαδή του παραλόγου, προκαλεί ένα μεικτό, παράξενο συναίσθημα. Η εξάρτησή του από το χρόνο, η υποταγή του στο θάνατο, η μάταιη ένταξή του σε καθημερινές, ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενες  συνήθειες και η υποταγή του σε πλήθος προκαταλήψεων, γεννά στην ψυχή του το συναίσθημα της ματαιότητας, της απελπισίας και της αηδίας. Το συναίσθημα αυτό γίνεται ανυπόφορο, αν ο άνθρωπος δεν αποδεχθεί τις πραγματικές αιτίες που το προκαλούν. Η αποδοχή τους προσφέρει την αίσθηση της ελευθερίας, την απαλλαγή από ευθύνες και ενοχές. Αυτό που του μένει τότε, είναι η δράση. Ελεύθερος, χωρίς ανώφελες δεσμεύσεις και αναστολές χρησιμοποιεί το πνεύμα του και ασκεί τη δράση του, απαλλαγμένος από τα δεσμά κάποιου καθορισμένου εκ των προτέρων προορισμού. «Η συναίσθηση της ζωή του, της  επανάστασής του, της ελευθερίας του, σημαίνει ότι ζει και μάλιστα κατά το περισσότερο δυνατόν», αποφαίνεται ο Καμύ, τονίζοντας το πάθος που συνοδεύει την ελεύθερη συνείδηση του επαναστατημένου ανθρώπου.

[ Η παράλλληλη συγγραφή
Οι φιλοσοφικές απόψεις τού Καμύ αναπτύσσονται σε τρία λογοτεχνικά είδη, που δημιουργεί ο συγγραφέας σε κάθε στάδιο της σκέψης του παράλληλα: Μυθιστόρημα, δοκίμιο και θεατρικό έργο. Η έννοια και το συναίσθημα του παραλόγου, π.χ., παρουσιάζονται πρώτα στο δοκίμιο Ο μύθος τού Σισύφου το 1942, και λίγο αργότερα, τον ίδιο χρόνο, στο μυθιστόρημα Ο Ξένος. Η θεατρική μορφή τους πραγματοποιείται δυο χρόνια αργότερα με τα έργα Καλιγούλας και Η Παρεξήγηση. Οι έννοιες του επαναστατημένου ανθρώπου, η ελευθερία και το πάθος του εμφανίζονται αρχικά στο μυθιστόρημα Η Πανούκλα το 1947, στα θεατρικά Κατάσταση Πολιορκίας το 1948 και Οι Δίκαιοι το 1950, και το 1951 στο δοκίμιο Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος.
Ο Καμύ δεν υπήρξε φιλόσοφος με την κλασική έννοια του όρου. Μορφοποιεί τις ιδέες του, αφαιρώντας τους τη βαριά σκιά της αφηρημένης έννοιας. Ακόμα και στα δοκίμιά του χρησιμοποιεί φράσεις που αποδίδουν με εικόνες, κατά το πλείστον, τις ιδέες του. Όλα, βεβαια, τα έργα του αναπτύσσουν ιδέες, είναι πολύ λίγο λυρικά και ποιητικά, ποτέ όμως δεν έχουν ύφος ξηρό και στρυφνό.]170 Η Πανούκλα έχει τη μορφή χρονικού, γεγονός που θα μπορούσε να της δώσει τυπική και ψυχρή έκφραση.  Το ύφος και εδώ, όπως και στα άλλα έργα του, διανθίζεται με ειρωνεία, γλαφυρές περιγραφές, ακόμα και ποιητική διάθεση μερικές φορές, ενώ χαρακτηρίζεται από ευθύβολη σαφήνεια και πύκνωση.