Κυριακή 22 Απριλίου 2012

ΙΜΡΕ ΚΕΡΤΕΣ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΙΧΩΣ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

(Μετ. Γιώτα Λαγουδάκου, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
Ο Ίμρε Κέρτες και το μυθιστόρημα
Ούγγρος εβραϊκής καταγωγής, ο Ίμρε Κέρτες γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1929 και βραβεύτηκε με νόμπελ λογοτεχνίας το 2002. Η πολυσπερμία τής χώρας όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια και η εβραϊκή του καταγωγή προκάλεσαν σύντομα κρίση ταυτότητας, που επηρέασε βαθιά το έργο του. Εξάλλου η επί ένα χρόνο φυλάκισή του σε γερμανικά  στρατόπεδα συγκέντρωσης επέτεινε αυτή την κρίση, που μεταμορφώθηκε σε ισχυρό σύμπλεγμα ανθρωπολογικής και ανθρωπιστικής φύσης. Τα μυθιστορήματά του, και προπάντων Το Μυθιστόρημα ενός Ανθρώπου δίχως Πεπρωμένο, το πρώτο που έγραψε, διαπνέονται έντονα από τον προβληματισμό τού Εβραίου, που έζησε τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η παιδική του ηλικία στην περίοδο αυτή, χάρη και στην παρατηρητικότητα και την ευαισθησία του, κατέγραψε την πραγματικότητα των στρατοπέδων με αφοπλιστική αφέλεια, ειλικρίνεια και ενμέρει χιούμορ.
Ο Κέρτες αφηγείται σε χαμηλό τόνο και χωρίς κραυγές τη βαρβαρότητα που έζησε. Η ποιητική του διάθεση βρίσκεται ακόμα συγκρατημένη και απορρέει αβίαστα μόνο από τις λιτές περιγραφές της φύσης ή τις ιδιόμορφες και επίμονες πολλές φορές διεργασίες που συμβαίνουν στην παιδική του ψυχή. Αργότερα, π.χ. στο Εγώ Ένας Άλλος, η ποίησή του στην αφήγηση γίνεται έντονη και εξαιρετικά πρωτότυπη, σχεδόν δεν εγκαταλείπει ποτέ το κείμενό του. Η εξήγηση είναι ευνόητη, τουλάχιστον όσο αφορά το πρώτο μυθιστόρημα.
Μυθιστορήματα εμπνευσμένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έγραψαν πολλοί, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν ο Χόρχε Σεμπρούν, ο Πρίμο Λέβι και φυσικά ο Κέρτες. Ο Σεμπρούν ανάγει το μυθιστόρημά του σε επίπεδο διανοητικής θεώρησης των γεγονότων, χρησιμοποιώντας μια ιδιότυπη αφηγηματική τεχνική. Ο Πρίμο Λέβι αρκείται στη κλασική αφηγηματική μέθοδο. Ο Κέρτες διαμορφώνει μια τεχνική, όπου πρωταγωνιστεί η λεπτομέρεια και η έμμεση ψυχολογική διείσδυση στα πρόσωπα, επιστρατεύοντας (όταν χρειάζεται) και την ποιητική έκφραση. Ο λόγος του είναι ο νηφάλιος λόγος ενός ευαίσθητου αφηγητή, που αγωνίζεται με πάθος να ανακαλύψει την αλήθεια του κόσμου και του ανθρώπου. Δεν επιχειρεί καταβάσεις επικίνδυνες στην ανθρώπινη ψυχή. Ενατενίζεται όμως το όραμα της ζωής έκπληκτος, άγρυπνος και σαστισμένος.
Η γοητεία τής λεπτομέρειας
Ένας δεκαπεντάχρονος Εβραίος συλλαμβάνεται αιφνιδιαστικά μαζί με άλλα παιδιά σε λεωφορείο της Βουδαπέστης και στέλνεται από τους Γερμανούς στο στρατόπεδο του Άουσβιτς και του Μπούχενβαλντ. Μένει ένα χρόνο, μέχρι την Απελευθέρωση, και επιστρέφει έπειτα από πολλές δυσκολίες, ψυχολογικά αλλαγμένος πια. Αυτή η υπόθεση, κοινή σε γενικές γραμμές στη μεταπολεμική λογοτεχνία, με τη γραφή τού Κέρτες αποκτά πρωτοτυπία, παραμερίζοντας τα άλλα έργα.
Το Μυθιστόρημα ενός Ανθρώπου δίχως Πεπρωμένο γράφτηκε σε διάστημα δέκα ετών. Ο Κέρτες δεν έβρισκε εκδότη. Όταν το 1975 εκδόθηκε πρώτη φορά στην Ουγγαρία, το αναγνωστικό κοινό έμεινε παντελώς αδιάφορο. Γνωστό έγινε με ενθουσιασμό μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, στη Γερμανία και στον υπόλοιπο κόσμο.
Ίσως αρχικά δεν κατόρθωσε να ελκύσει την προσοχή του αναγνωστικού κοινού, επειδή από την άποψη της διεκτραγώδησης της  ζωής των στρατοπέδων το έργο αυτό υπολειπόταν έναντι των άλλων συγγραφέων. Ακόμα και η ιδιότυπη οπτική γωνία τού αφηγητή δεν έσωσε το μυθιστόρημα. Πιστεύω ότι το μυστικό (και η ιδιαιτερότητα) του μυθιστορήματος του Κέρτες βρίσκεται στην τεχνική της λεπτομέρειας. Τα γεγονότα των στρατοπέδων περιγράφονται, αφού περάσουν μέσα από την αθώα παιδική ψυχή, που ατενίζει κατάπληκτη μια κατάσταση πρωτόγνωρη, που γεννά αλλεπάλληλα ερωτηματικά. Έτσι, η αφήγηση προσφέρει λεπτομέρειες κυρίως για δευτερεύοντα πράγματα και γεγονότα, χωρίς βέβαια να παραλείπεται, έστω με απλή νύξη, η υποδήλωση βάρβαρων σκηνών. Η κακοπάθεια και ο θάνατος καραδοκούν αδιάλειπτα, η πείνα, η κούραση, η αρρώστια, ο πόνος σε όλες τις μορφές του, είναι μόνιμες καταστάσεις.
Η λεπτομέρεια, λοιπόν,  δεν είναι ούτε περιττή ούτε διακοσμητική σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Τεχνίτης τής ρεαλιστικής λεπτομέρειας ο Κέρτες, την εμψυχώνει πάντα με ψυχολογικά στοιχεία και υποδηλώσεις. Πολλές φορές οι λεπτομέρειες στις περιγραφές αποπνέουν συναισθηματικό αισθησιασμό, προπάντων όταν αφορούν πρόσωπα. Αλλά και γενικότερα οι λεπτομέρειες εκλύουν συναισθήματα. Πάντοτε όμως μέσα από το πρίσμα της παιδικής ψυχής, που ζει πρώτη φορά τέτοιες εμπειρίες και μάλιστα με ακατάπαυστο ρυθμό.
 Η αφήγηση ξαφνιάζει πολύ συχνά με τις μικρές , απροσδόκητες φράσεις- αποκαλύψεις, που ελευθερώνουν ελατήρια δράσης και συναισθήματα συγκεχυμένα. Διαφορετικά, θα έμεναν στο ημίφως, κάποτε ως αυτονόητα, αλλά χωρίς να χρωματίζουν τη συμπεριφορά των προσώπων.
Ο χρόνος μοιάζει τελματωμένος. «Κι ωστόσο, (σημειώνει ο αφηγητής), το βασικό πρόβλημα ήταν κατά βάθος και εδώ, ακριβώς όπως και στο τελωνείο, στο κεραμοποιείο, στο τρένο: η μεγάλη διάρκεια της μέρας. Ξεκινούσε πολύ πρωί, λίγο μετά την ανατολή του ήλιου. Έμαθα τότε πόσο κρύα είναι τα πρωινά στο Άουσβιτς». Αυτός ο χρόνος γεμίζει καταναγκαστικά την ψυχή με τον καθημερινό εφιάλτη μιας πραγματικότητας, που αντικατοπτρίζει τον παραλογισμό της ανθρώπινης κακότητας.

Το καλό και το κακό, η ευτυχία και η δυστυχία
Ο συγγραφέας αποφεύγει την κοινοτοπία δίνοντας όλο το βάρος της αφήγησης στην αφέλεια και την έλλειψη πείρας ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού. Παρακάμπτει έτσι τις επαναλήψεις των κακοπαθειών και της φρίκης που έζησαν οι κρατούμενοι (θέματα ήδη συσσωρευμένα σε παρόμοια μυθιστορήματα). Ο νεαρός ζει την κάθε στιγμή, περιμένοντας αορίστως κάτι να συμβεί. Ακούει ή οσμίζεται το θάνατο. Πεινάει και διψάει, κακοποιείται, τραυματίζεται, αρρωσταίνει, χαίρεται όμως την πρωινή σούπα και το ψωμί, τον ήλιο που ανατέλλει, τη φιλία με λίγα πρόσωπα που του συμπαραστέκονται. Μέσα στην αφόρητη δυστυχία ανακαλύπτει μερικές φορές και την ευτυχία σαν μικρές ανάπαυλες από τη δυστυχία. «Του είπα ότι αυτά τα πράγματα ήταν φυσικά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης», λέει απευθυνόμενος σε κάποιον δημοσιογράφο, μετά την απελευθέρωσή του από το Μπούχενβαλντ και την άφξη του στην πατρίδα. Δεν επιζητεί να μειώσει τη σημασία της φρίκης των στρατοπέδων. Αντίθετα, θέλει να τονίσει ότι οι γενικότητες των σχετικών περιγραφών μειώνουν αυτή τη φρίκη, που μόνο όσοι τη βίωσαν μπορούν να την καταλάβουν και να την εκτιμήσουν σωστά.
Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατά την άποψη του αφηγητή, το κακό είναι οργανωμένο κατά τρόπο τέλειο, δηλαδή όπως απαιτεί η αναγκαιότητά τους. Μέσα όμως σ’ αυτό το στρόβιλο που σε παρασύρει «το κυριότερο είναι να μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου: με κάποιον τρόπο κάτι θα γίνει, γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ να μη γίνεται με κάποιον τρόπο κάτι», σημειώνει με απίστευτη, για την ηλικία του, στωικότητα.
«Δεν υπάρχει παραλογισμός που δεν θα τον ζούσε κανείς με εντελώς φυσικό τρόπο και στο δρόμο μου, το ξέρω ήδη, καραδοκεί σαν αναπόφευκτη παγίδα η ευτυχία μου. Γιατί ακόμα κι εκεί, στις καπνοδόχους [των κρεματορίων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου